Η κρατική καταστολή δεν αποτελεί μια “παρέκκλιση” από την κανονικότητα, αλλά αναπόσπαστο στοιχείο μιας πολιτικής που στρέφεται απέναντι στις ανάγκες και τα δικαιώματα του λαού και της νεολαίας. Όσο εντείνεται η αντιλαϊκή πολιτική, τόσο ενισχύονται οι μηχανισμοί καταστολής που καλούνται να την επιβάλουν και να την υπερασπιστούν. Η κρατική βία δεν είναι τυχαία ούτε ουδέτερη. Αποτελεί εργαλείο ενός κράτους που, αντί να προστατεύει τη ζωή και τα δικαιώματα του λαού, επιλέγει να απαντά με αυταρχισμό και καταστολή. Η δολοφονία του 20χρονου στο Άργος δεν πρέπει και δε θα ξεχαστεί. Πλήρη διαλεύκανση της υπόθεσης και απόδοση όλων των ευθυνών.

ΟΙ ΝΟΜΟΙ ΤΟΥ ΑΣΤΙΚΟΥ ΚΡΑΤΟΥΣ ΕΙΤΕ ΠΡΟΩΘΟΥΝ ΤΗΝ ΚΑΤΑΣΤΟΛΗ ΕΙΤΕ ΛΕΙΤΟΥΡΓΟΥΝ ΩΣ ΔΙΑΚΗΡΥΞΕΙΣ
Η αστυνομία και όλες οι αστυνομικές επιχειρήσεις πρέπει να σέβονται το δικαίωμα ζωής του κάθε ατόμου (Ευρωπαϊκός Κώδικας Αστυνομικής Δεοντολογίας. R. 2001/10 Council of Europe)
Ο αστυνομικός: (δ) Σέβεται το δικαίωμα στη ζωή και την προσωπική ασφάλεια κάθε ατόμου. (ε)….Χρησιμοποιεί τα πυροβόλα όπλα μόνο στις περιπτώσεις που προβλέπονται από το νόμο
(Κώδικας Δεοντολογίας του Αστυνομικού. Άρθρο 2 παρ. δ & ε Π.Δ.254/2004)
O σεβασμός και η προστασία της αξίας του ανθρώπου αποτελούν την πρωταρχική υποχρέωση της Πολιτείας.
Όλοι όσοι βρίσκονται στην Ελληνική Επικράτεια απολαμβάνουν την απόλυτη προστασία της ζωής, της τιμής και της ελευθερίας τους, χωρίς διάκριση εθνικότητας, φυλής, γλώσσας και θρησκευτικών ή πολιτικών πεποιθήσεων.
(Σύνταγμα της Ελλάδας, άρθρα 2 παρ.1 & 5 παρ. 2)
1.Ο αστυνομικός επιτρέπεται κατά την εκτέλεση της υπηρεσίας του να προτάσσει το πυροβόλο όπλο, εφόσον συντρέχει κίνδυνος ένοπλης επίθεσης σε βάρος αυτού ή τρίτου.
2.Ο αστυνομικός επιτρέπεται να κάνει χρήση πυροβόλου όπλου, εφόσον αυτό απαιτείται για την εκπλήρωση του καθήκοντος του και συντρέχουν οι παρακάτω προϋποθέσεις:
α. Έχουν εξαντληθεί όλα τα ηπιότερα του πυροβολισμού μέσα, εκτός αν αυτά δεν είναι διαθέσιμα ή πρόσφορα στη συγκεκριμένη περίπτωση. Ηπιότερα μέσα είναι ιδίως παραινέσεις, προτροπές, χρήση εμποδίων, σωματικής βίας, αστυνομικής ράβδου, επιτρεπτών χημικών ουσιών ή άλλων ειδικών μέσων, προειδοποίηση για χρήση πυροβόλου όπλου και απειλή με πυροβόλο όπλο.
β. Έχει δηλώσει την ιδιότητά του και έχει απευθύνει σαφή και κατανοητή προειδοποίηση για την επικείμενη χρήση πυροβόλου όπλου, παρέχοντας επαρκή χρόνο ανταπόκρισης, εκτός αν αυτό είναι μάταιο υπό τις συγκεκριμένες συνθήκες ή επιτείνει τον κίνδυνο θανάτου ή σωματικής βλάβης.
γ. Η χρήση πυροβόλου όπλου δεν συνιστά υπερβολικό μέτρο σε σχέση με το είδος της απειλούμενης βλάβης και την επικινδυνότητα της απειλής.
3.Όταν συντρέχουν οι προϋποθέσεις της προηγούμενης παραγράφου επιβάλλεται η ηπιότερη χρήση του πυροβόλου όπλου, εκτός αν αυτό είναι μάταιο υπό τις συγκεκριμένες συνθήκες ή επιτείνει τον κίνδυνο θανάτου ή σωματικής βλάβης.
4.Ο εκφοβιστικός πυροβολισμός ή ο πυροβολισμός κατά πραγμάτων επιτρέπεται, ιδίως σε περιπτώσεις κινδύνου από ζώο ή προειδοποίησης για πυροβολισμό εναντίον ανθρώπου, εφόσον έχουν ληφθεί όλα τα απαραίτητα μέτρα, ώστε να μην πληγεί άνθρωπος από αστοχία ή εξοστρακισμό του βλήματος.
5.Ο πυροβολισμός ακινητοποίησης επιτρέπεται, αν αυτό απαιτείται: (γ). Για τη σύλληψη καταδικασθέντος ή υποδίκου ή καταδιωκομένου που καταλαμβάνεται να τελεί επ’ αυτοφώρω κακούργημα ή πλημμέλημα, εφόσον αντιδρά στη σύλληψή του και υπάρχει άμεσος κίνδυνος να κάνει χρήση όπλου.
7.Πυροβολισμός ακινητοποίησης ή εξουδετέρωσης απαγορεύεται:
α. εφόσον υπάρχει σοβαρός κίνδυνος να πληγεί τρίτος από αστοχία ή εξοστρακισμό του βλήματος,
δ. εναντίον προσώπου που τρέπεται σε φυγή, όταν καλείται να υποστεί νόμιμο έλεγχο.
(Χρήση πυροβόλων όπλων από αστυνομικούς, αποσπασματικές διατάξεις άρθρου 3 Ν. 3169/2003)