Βασίλης Λ. Αυδής: Η Σύμβαση της Γενεύης για τους Πρόσφυγες και ο νόμος για την εφαρμογή του νέου Συμφώνου της ΕΕ για τη Μετανάστευση και το Άσυλο.

Πριν λίγες μέρες, στις 11 Ιουνίου, δημοσιεύτηκε ο νόμος 5307/2026, για την εφαρμογή του Συμφώνου της ΕΕ για τη Μετανάστευση και το Ασυλο. Ο νόμος αυτός, όπως εξάλλου και το ίδιο το Σύμφωνο, αποτελεί το πιο πρόσφατο βήμα σε μια πορεία ξεκάθαρης και ευρείας υπαναχώρησης από το προστατευτικό πλαίσιο για τους πρόσφυγες όπως είχε διαμορφωθεί τα τελευταία χρόνια, ιδίως στη βάση της Σύμβασης της Γενεύης του 1951 για τους Πρόσφυγες.

Ειδικότερα για τη Σύμβαση της Γενεύης

Η Σύμβαση του 1951 για το «Καθεστώς των Προσφύγων» αποτελεί την πιο οργανωμένη και αρτιότερη μέχρι σήμερα προσπάθεια για τη ρύθμιση της παροχής προστασίας στους πρόσφυγες, στους ανθρώπους που εγκαταλείπουν διωκόμενοι τη χώρα τους και καταφεύγουν σε μια άλλη. Η Σύμβαση υπογράφηκε λίγο μετά την καταστροφή του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου, και αρχικά περιοριζόταν σε γεγονότα που συνέβησαν πριν το 1951 και μόνο σε πρόσωπα που προέρχονταν από την Ευρώπη. Οι περιορισμοί αυτοί έχουν αρθεί για τα περισσότερα κράτη μετά το Πρωτόκολλο της Ν. Υόρκης του 1967. Ετσι, σήμερα για τα περισσότερα κράτη η Σύμβαση εφαρμόζεται για όλους, ανεξαρτήτως από πού προέρχονται. Είναι όμως χαρακτηριστικό ότι τον γεωγραφικό περιορισμό τον διατηρούν τέσσερα κράτη: Το Μονακό, η Μαδαγασκάρη, το Κονγκό και η Τουρκία. Ετσι, η Τουρκία εφαρμόζει τη Σύμβαση μόνο για πρόσωπα που προέρχονται από την Ευρώπη. Για πρόσωπα προερχόμενα π.χ. από τη Συρία, το Αφγανιστάν, τις αφρικανικές χώρες ή την Παλαιστίνη, η Τουρκία δεν εφαρμόζει τη Σύμβαση της Γενεύης αλλά διαφορετικά κανονιστικά πλαίσια.

Πρόκειται για διεθνή Σύμβαση που υπογράφηκε στο πλαίσιο των Ηνωμένων Εθνών, και η οποία έχει κυρωθεί από την Ελλάδα ήδη από το 1959 (με το νομοθετικό διάταγμα 3989) και τη δεσμεύει.

Το αντικείμενο της Σύμβασης είναι η ρύθμιση του «καθεστώτος» των προσφύγων, δηλαδή κυρίως των δικαιωμάτων που θα πρέπει να τους εξασφαλίζονται στα κράτη υποδοχής. «Πρόσφυγας» κατά την έννοια της Σύμβασης είναι κάθε πρόσωπο που κινδυνεύει στη χώρα καταγωγής του για συγκεκριμένους λόγους.

Πρέπει να σημειωθεί εδώ ότι σε κανένα σημείο της η Σύμβαση δεν προβλέπει ότι χάνει την ιδιότητα του πρόσφυγα το πρόσωπο που διέρχεται από άλλες χώρες πριν φτάσει στη χώρα που ζητά άσυλο. Η διαδρομή που έχει ακολουθήσει ο πρόσφυγας στην αναζήτηση ασύλου (αν δηλαδή π.χ. ένας Αφγανός πέρασε από Ιράν και την Τουρκία για να φτάσει στην Ελλάδα) δεν ασκεί επιρροή σε αυτό. Το πρόσωπο παραμένει πρόσφυγας και πρέπει να προστατευτεί αποτελεσματικά, καταρχήν στη χώρα όπου έχει φτάσει και ζητά προστασία.

Η Σύμβαση ορίζει επίσης ότι οι πρόσφυγες δεν πρέπει να αντιμετωπίζουν ποινικές ή άλλες κυρώσεις για τη διέλευση των συνόρων χωρίς τις νόμιμες διατυπώσεις, εφόσον παρουσιάζονται στις αρχές της χώρας υποδοχής. Η απλή προηγούμενη διέλευση από άλλες χώρες δεν αρκεί και εδώ από μόνη της για να δικαιολογήσει την επιβολή τέτοιων κυρώσεων.

Με τη διάταξη του άρθρου 33 της Σύμβασης κατοχυρώνεται η «αρχή της μη επαναπροώθησης». Ενας θεμελιώδης κανόνας που ενσωματώνεται και σε άλλα κείμενα προστασίας δικαιωμάτων του ανθρώπου που δεσμεύουν την Ελλάδα, και σύμφωνα με τον οποίο απαγορεύεται στα κράτη να επιστρέφουν πρόσφυγες σε χώρα όπου κινδυνεύει η ζωή ή η ελευθερία τους, ή όπου υπάρχει κίνδυνος υποβολής τους σε βασανιστήρια ή σε απάνθρωπη ή εξευτελιστική μεταχείριση.

Από το περιεχόμενο της Σύμβασης, όπως πάγια ερμηνεύεται, προκύπτει ότι τα κράτη θα πρέπει να εξετάζουν την κάθε περίπτωση ξεχωριστά. Επομένως, δεν είναι συμβατή με τη Σύμβαση ούτε η απόρριψη της ουσίας αιτήματος ασύλου χωρίς ουσιαστική εξατομικευμένη εξέταση, ούτε – πολύ περισσότερο – η επιστροφή προσώπου στη χώρα καταγωγής του ή σε άλλη χώρα πριν εξεταστεί το αίτημά του. Ομοίως, παραβιάζει ευθέως τη Σύμβαση της Γενεύης η απώθηση προσώπων στη θάλασσα. Τέτοιες πρακτικές, όπως και η αποτροπή από την πρόσβαση στην επικράτεια της χώρας, είναι προφανές ότι ματαιώνουν την εφαρμογή της Σύμβασης, περιορίζοντάς την ουσιαστικά στα πρόσωπα που καταφέρνουν να επιβιώσουν από τις δοκιμασίες που τους επιφυλάσσει η εκάστοτε χώρα και να παραμείνουν σε αυτήν. Για να λειτουργεί η προστασία της Σύμβασης, θα πρέπει να υπάρχει μόνιμη και νόμιμη δυνατότητα αναζήτησης προστασίας.

Το Σύμφωνο και ο ελληνικός εφαρμοστικός νόμος

Στο πλαίσιο της ΕΕ έχει διαμορφωθεί το Κοινό Ευρωπαϊκό Σύστημα Ασύλου (ΚΕΣΑ) ήδη από το 1999.

Η πρώτη «γενιά» κανόνων υιοθετήθηκε μεταξύ 1999 και 2005. Βασικό στοιχείο αποτέλεσε ο Κανονισμός «Δουβλίνο», μαζί με το απαραίτητο συμπλήρωμά του, τον Κανονισμό EURODAC (για την αντιπαραβολή δακτυλικών αποτυπωμάτων). Στην πράξη, με το σύστημα αυτό, τα κράτη πρώτης εισόδου στην ΕΕ στα εξωτερικά της σύνορα, όπως η Ελλάδα, έχουν δυσανάλογη ευθύνη για την εξέταση των αιτήσεων ασύλου.

Η δεύτερη δέσμη κανόνων υιοθετήθηκε μεταξύ 2008 και 2013. Στην Ελλάδα η εφαρμογή τους συνέπεσε με την αναμόρφωση του συστήματος ασύλου, και κυρίως τη μεταφορά της αρμοδιότητας εξέτασης των αιτημάτων ασύλου από την Αστυνομία στη νέα εξειδικευμένη Υπηρεσία Ασύλου.

Το Σύμφωνο της ΕΕ για τη Μετανάστευση και το Ασυλο αποτελεί την τρίτη «γενιά» του ΚΕΣΑ. Το Σύμφωνο είναι ουσιαστικά αντίδραση των κρατών – μελών της ΕΕ σε αυτό που ονομάστηκε προσφυγική κρίση του 2015 – 2016 και η οποία αντιμετωπίστηκε ως «ευκαιρία», σε μια προσπάθεια αφενός προστασίας των συμφερόντων των ισχυρότερων κρατών – μελών της ΕΕ, αφετέρου συσπείρωσης του ακροδεξιού κυρίως ακροατηρίου και διατήρησης ή δημιουργίας ψηφοφόρων από τους σχετικούς χώρους. Κοινή συνισταμένη υπήρξε ο δραστικός περιορισμός των δικαιωμάτων όσων μετακινούνται προς την ΕΕ ζητώντας προστασία.

Μερικά από τα πιο χαρακτηριστικά μέτρα του Συμφώνου και του ελληνικού εφαρμοστικού του νόμου προβλέπουν τη «διαλογή» των ανθρώπων κατά την άφιξη με βάση γενικά κριτήρια και την εφαρμογή διαφορετικής διαδικασίας σε κάθε κατηγορία, εξαιρετικά σύντομες προθεσμίες που υπονομεύουν την ουσία των δικαιωμάτων των προσφύγων, γενικευμένη μακροχρόνια κράτηση, εγκλεισμό σε κέντρα υποδοχής χωρίς τη δυνατότητα εξόδου, κράτηση ανηλίκων και πολλά άλλα.

Ισως από τις πιο κραυγαλέες ρυθμίσεις του ελληνικού νόμου, όμως, είναι η πρόβλεψη για ίδρυση «κόμβων επιστροφής» («return hubs») εκτός ΕΕ. Με μια εντελώς ελλειμματική διάταξη του νόμου, η κυβέρνηση έσπευσε να ενσωματώσει ευρωπαϊκή νομοθεσία που ακόμα δεν έχει υιοθετηθεί και με την οποία προβλέπεται ότι μετά από συμφωνία που θα συνάπτει ο υπουργός Μετανάστευσης και Ασύλου με χώρες εκτός ΕΕ, θα μεταφέρονται – και προφανώς θα κρατούνται εκεί – όσοι ζήτησαν προστασία από την Ελλάδα και το αίτημά τους απορρίφθηκε. Ετσι, θεσμοθετείται η δυνατότητα ίδρυσης στρατοπέδων εκτός ΕΕ, π.χ. στην Ασία και την Αφρική, όπου θα συγκεντρώνονται οι άνθρωποι αυτοί και θα κρατούνται μέχρι η επιστροφή τους στη χώρα καταγωγής τους ή αλλού να καταστεί εφικτή. Ο αρμόδιος υπουργός δήλωσε ότι βρίσκεται ήδη σε συζητήσεις με τη Γερμανία, την Αυστρία, την Ολλανδία και τη Δανία για την άμεση ίδρυση των πρώτων τέτοιων «κόμβων». Φαίνεται ότι οι εμπνευστές της ιδέας αυτής θεωρούν πως όσοι μεταφέρονται εκεί τελικά θα εξαναγκάζονται σε συνεργασία για την επιστροφή τους, ευρισκόμενοι μπροστά στην απειλή κράτησης απροσδιόριστης διάρκειας. Θα «σπάνε» μπροστά στην απάνθρωπη αυτή μεταχείριση.

Καταπάτηση στοιχειωδών δικαιωμάτων

Το Σύμφωνο και ο ελληνικός εφαρμοστικός νόμος (ν. 5307/2026) διακατέχονται, από μια βασική λογική. Και δεν είναι αυτή της «αυστηρότητας», όπως μας λέει η κυβέρνηση. Η λέξη αυτή επιλέγεται στοχεύοντας σε συγκεκριμένα ακροατήρια, γιατί παραπέμπει αφενός σε κάποιο παράπτωμα που πρέπει να αντιμετωπιστεί χωρίς επιείκεια και χωρίς καμία παρέκκλιση, αφετέρου σε μια επίφαση δικαιοσύνης. Ομως η συνολική πολιτική που έχει επιλεγεί δεν είναι αυστηρή και δεν είναι δίκαιη. Είναι κατάφωρα άδικη και απάνθρωπη, και ο στόχος της είναι προφανής.

Πράγματι, οι μέθοδοι που εφαρμόζονται στη θάλασσα και έχουν ως άμεσο ή έμμεσο αποτέλεσμα χιλιάδες νεκρούς, η μακρόχρονη κράτηση, η υποχρεωτική παραμονή σε απομονωμένες δομές που προσομοιάζουν σε φυλακές ασφαλείας, οι ανεπαρκείς συνθήκες διαβίωσης σε αυτές, η αυθαίρετη στέρηση ακόμη και του στοιχειώδους μηνιαίου επιδόματος στους αιτούντες άσυλο και, ως αποκορύφωμα, η κράτηση εκτός ΕΕ, στο άγνωστο, σε χώρες που δεν θα δεσμεύονται από προστατευτικές διατάξεις για τα δικαιώματα του ανθρώπου ή που η εφαρμογή τους στην πράξη θα είναι ανύπαρκτη, έχουν όλα την ίδια συνισταμένη: Την αποτροπή με κάθε μέσο μέχρι και της ίδιας της σκέψης για μετακίνηση, ακόμα κι αν κάποιος κινδυνεύει, ακόμα κι αν η ζωή στη χώρα καταγωγής του είναι ανυπόφορη. Ζητούμενο είναι όποιος σκέφτεται να μετακινηθεί προς την Ελλάδα ή την Ευρώπη να ξέρει ότι αν αποτολμήσει το ταξίδι και τυχόν επιβιώσει, μέχρι να του χορηγηθεί άσυλο, ή αν τελικά δεν του χορηγηθεί, θα υποφέρει, θα του γίνει «ο βίος αβίωτος» κατά την παλαιότερη ρήση αρμοδίου. Οδοί μετανάστευσης υπάρχουν μόνο για το φτηνό εργατικό δυναμικό, για το σύστημα της μετάκλησης και για τους κατόχους«golden visa»,και όχι για όσους ζητούν προστασία.

Η απροκάλυπτα απάνθρωπη αυτή πολιτική έρχεται ως αντίδραση στα αδιέξοδα που το ίδιο το σύστημα δημιούργησε και τώρα, μη θέλοντας και μην μπορώντας να αντιμετωπίσει τις πραγματικές τους αιτίες, στρέφεται εναντίον των θυμάτων του, με την ελπίδα να περιορίσει τις συνέπειες. Πράγματι, οι πολιτικές αυτές επιχειρούν να αντιμετωπίσουν το αποτέλεσμα, χωρίς να αγγίζουν τις γνωστές σε όλους αιτίες που οδηγούν τους ανθρώπους να εγκαταλείπουν μαζικά τις χώρες τους. Οι χώρες καταγωγής των αναγκαστικά μετακινούμενων ανθρώπων είναι ρημαγμένες από ιμπεριαλιστικούς πολέμους και επεμβάσεις ή άλλες συρράξεις, οι περισσότερες εκ των οποίων έχουν τις ρίζες τους στους αιώνες της αποικιοκρατίας που τις υποδαύλισαν συστηματικά, οξύνοντας τις φυλετικές, εθνικές ή θρησκευτικές διαφορές. Είναι σε πολλές περιπτώσεις χώρες με απολυταρχικά ή θεοκρατικά καθεστώτα, των οποίων οι οικονομίες είναι διαλυμένες, οι φυσικοί πόροι λεηλατημένοι ή εξαντλημένοι.

Η πολιτική αυτή πιθανώς να έχει κάποια από τα επιθυμητά για τους εμπνευστές της αποτελέσματα. Και τα αποτελέσματα αυτά μπορεί και να πολλαπλασιάζονται όσο πιο απροκάλυπτα και ακραία παραβιάζονται τα στοιχειώδη δικαιώματα, αν – όπως χαρακτηριστικά ειπώθηκε στη Βουλή – «βουλιάξουμε τη βάρκα». Το κόστος θα είναι χιλιάδες νεκροί στα σύνορα της ΕΕ, καθώς οι άνθρωποι που αναγκαστικά θα συνεχίσουν να μεταναστεύουν θα διαλέγουν όλο και πιο επικίνδυνες οδούς για να περάσουν στο έδαφός της, και θα έρχονται αντιμέτωποι με όλο και πιο βίαιες επιχειρήσεις αποτροπής ή επαναπροώθησης. Παράλληλα θα είναι χιλιάδες και οι ευρισκόμενοι σε μακρόχρονη – ή και χωρίς τέλος- κράτηση εντός και εκτός ΕΕ. Αποτέλεσμα όμως θα είναι και η περαιτέρω κατακόρυφη άνοδος των ακροδεξιών σχηματισμών, που μαζεύουν τώρα τους καρπούς της ξενοφοβικής ρητορικής πάνω στην οποία χτίστηκε η ακραία αντιμεταναστευτική πολιτική της ΕΕ.

Η βάρβαρη αυτή πολιτική, που γυρνάει συνολικά τον πολιτισμό πολλά χρόνια πίσω, δεν θα πρέπει να γίνει ανεκτή. Οι μόνες αποδεκτές λύσεις θα πρέπει να είναι εκείνες που στρέφονται στις πραγματικές γενεσιουργούς αιτίες των αναγκαστικών μετακινήσεων: Η αντίθεση στους πολέμους, στις στρατιωτικές επεμβάσεις και στις πολιτικές που γεννούν την προσφυγιά και τη μετανάστευση, όπως οι πρόσφατες επιθέσεις των ΗΠΑ κατά του Ιράν και η συνεχιζόμενη γενοκτονία του παλαιστινιακού λαού από το Ισραήλ, η στήριξη της ειρήνης και των χωρών καταγωγής, και όχι οι συμφωνίες με τρίτες χώρες που έχουν ως αποκλειστικό σκοπό την ανάσχεση, την κράτηση και την αποτροπή ανθρώπων που αναζητούν προστασία ή μια ζωή με αξιοπρέπεια.

Βασίλης Λ. ΑΥΔΗΣ, Δικηγόρος