
Έχουμε ακούσει πολλά κατά καιρούς για τον φασισμό, τις συνθήκες μέσα στις οποίες γεννιέται, τι και ποιους έρχεται να εξυπηρετήσει. Αν ρίξουμε μια ματιά στα πολιτικά “εγχειρίδια” της Ευρωπαϊκής Ένωσης, θα δούμε πως ο φασισμός παρουσιάζεται σαν κάτι ξένο προς την αστική δημοκρατία και το καπιταλιστικό σύστημα, σαν μια άσχημη στρέβλωση, δήθεν, του συστήματος. Η αλήθεια, όμως, παρά την προσπάθεια που κάνουν διαχρονικά για να κρυφτεί, είναι ότι ο φασισμός είναι γέννημα-θρέμμα του ίδιου του καπιταλιστικού συστήματος, αποτελεί μορφή άσκησης της εξουσίας των μονοπωλίων, υπερασπίζεται την καπιταλιστική ιδιοκτησία στα μέσα παραγωγής, την εκμετάλλευση ανθρώπου από άνθρωπο. Γι’ αυτόν τον λόγο φασισμός και αστική δημοκρατία δε διαχωρίζονται με “σινικά τείχη”.
Σε τελική ανάλυση, οι διάφορες μορφές της δικτατορίας του κεφαλαίου δεν είναι “άσπρο-μαύρο”, αλλά στην πραγματικότητα ένα φάσμα “αποχρώσεων του γκρι”, όπου το εύρος του περιορισμού των δικαιωμάτων, της λειτουργίας των πολιτικών κομμάτων, των αστικών θεσμών, των σωματείων, της
ελευθερίας του Τύπου και άλλα, ποικίλλει ανάλογα με τις ανάγκες της εξουσίας του κεφαλαίου κάθε στιγμή. Αυτό αποδείχθηκε και στον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο.
Το πέρασμα μάλιστα στη φασιστική διακυβέρνηση δεν γίνεται πάντα βίαια ή με πραξικοπήματα, αλλά και με κοινοβουλευτικές διαδικασίες, όπως έγινε με τον Μουσολίνι στην Ιταλία το 1923 ή το Εθνικοσοσιαλιστικό Κόμμα του Χίτλερ (NSDAP), που αναδείχτηκε σε κυβέρνηση το 1933 μέσα από τις διαδικασίες της αστικής κοινοβουλευτικής δημοκρατίας. Είναι χαρακτηριστική η εικόνα του δεύτερου προέδρου της Γερμανίας Πάουλ φον Χίντενμπουργκ, συμβόλου της γερμανικής αστικής δημοκρατίας, να διορίζει τον Χίτλερ καγκελάριο της Γερμανίας τον Ιανουάριο του 1933 και στη συνέχεια να εγκρίνει νόμους περιορισμού της ελευθερίας του Τύπου αλλά και αναστολής των πολιτικών ελευθεριών.

Η άμεση, αλληλένδετη σχέση του φασισμού με το καπιταλιστικό σύστημα αποδεικνύεται κι από το γεγονός ότι το Ναζιστικό Κόμμα της Γερμανίας στηρίχτηκε με κάθε δυνατό μέσο από την αστική τάξη της Γερμανίας. Ο Χίτλερ τον Φεβρουάριο του 1933 συναντήθηκε με εκπροσώπους των 25 μεγαλύτερων βιομηχανιών της Γερμανίας. Στη συνάντηση συμφωνήθηκε να συσταθεί ταμείο για την υποστήριξη του ναζιστικού κόμματος στις εκλογές. Ο Γερμανός βιομήχανος Φ. Τύσσεν έγραψε: «Προσέφερα προσωπικά ένα συνολικό ποσό ενός εκατομμυρίου μάρκων στο ναζιστικό κόμμα. (…) Η βαριά γερμανική βιομηχανία έθετε στη διάθεση των εθνικοσοσιαλιστών περίπου το ποσό των δύο εκατομμυρίων τον χρόνο». Είναι, επίσης, χαρακτηριστικά τα λόγια του προέδρου του Συνδέσμου
Γερμανών Βιομηχάνων, Γ. Κρουπ, εκείνη την εποχή, ο οποίος υποστήριζε ότι «Ο εθνικοσοσιαλισμός απελευθέρωσε τον Γερμανό εργάτη από τη μέγγενη ενός δόγματος (σ.σ. του κομμουνισμού) που ήταν βασικά εχθρικό τόσο για τον εργοδότη όσο και για τον εργαζόμενο. Ο Αδόλφος Χίτλερ επέστρεψε τον εργάτη στο έθνος του. Τον μετέτρεψε σε πειθαρχημένο στρατιώτη της εργασίας και συνεπώς σύντροφό μας (σ.σ. των βιομηχάνων!)».
Τα εκατομμύρια που έρρεαν από τους Γερμανούς βιομήχανους προς το λεγόμενο “ταμείο Χίτλερ” ανταποδόθηκαν σύντομα από τη διακυβέρνηση του ναζιστικού κόμματος. Το ναζιστικό καθεστώς εξασφάλισε ακόμα μεγαλύτερη κερδοφορία για το γερμανικό κεφάλαιο. Απογείωσε την εκμετάλλευση ανθρώπου από άνθρωπο με τα στρατόπεδα εργασίας που πρακτικά σήμαιναν δουλειά μέχρι θανάτου, ενώ ταυτόχρονα δίωξε τους κομμουνιστές και άλλους πρωτοπόρους των εργατικών-λαϊκών αγώνων. Μέσα από τα στρατόπεδα συγκέντρωσης εξασφάλιζε τζάμπα εργατικά χέρια για εταιρείες στη Γερμανία και στις κατεχόμενες από αυτή χώρες.

Ο φασισμός αποτελεί, λοιπόν, πολιτική μορφή της καπιταλιστικής εξουσίας. Ιδιαίτερα σσυνθήκες καπιταλιστικής κρίσης, φτώχειας και φθοράς των αστικών κοινοβουλευτικών κομμάτων, η αστική τάξη αξιοποιεί πολλαπλώς τα φασιστικά-ναζιστικά κόμματα, ως “σιδερένιο χέρι” για την εξυπηρέτηση των συμφερόντων της. Τα χαρακτηριστικά του φασισμού τα οποία πολλές φορές παρουσιάζονται ως ιδιαίτερα γνωρίσματα του, όπως η καταστολή του εργατικού-λαϊκού κινήματος, ο εθνικισμός, ο σοβινισμός, οι ρατσιστικές θεωρίες, η εξύμνηση της βίας ενάντια στους λαούς, αποτελούν τυπικές εκφράσεις του ιμπεριαλισμού, του σύγχρονου μονοπωλιακού καπιταλισμού. Άλλωστε αυτά τα γνωρίσματα καλλιεργούνται από τις ίδιες τις αστικές κυβερνήσεις και τις ιμπεριαλιστικές συμμαχίες όπως η ΕΕ και το ΝΑΤΟ, σήμερα.

Κύριο στοιχείο διαφοροποίησης της φασιστικής μορφής σε σχέση με τις άλλες μορφές καπιταλιστικής εξουσίας, είναι η ενεργητική και μαζική στράτευση λαϊκών δυνάμεων με όρους κινήματος πίσω από τα αντιδραστικά σχέδια της καπιταλιστικής εξουσίας.
Με όχημα τον ναζισμό, το γερμανικό αστικό κράτος κατάφερε να στρατεύσει εκατομμύρια εργατικών-λαϊκών δυνάμεων κάτω από τη σημαία της αστικής τάξης, σπέρνοντας τον θάνατο και τον όλεθρο στους λαούς του κόσμου. Χαρακτηριστικά παραδείγματα αποτελούν η ύπαρξη και δράση των ναζιστικών ταγμάτων των SS, που το 1939 απαρτίζονταν από 250.000 άνδρες καθώς και η μαζική πορεία χιλιάδων φασιστών προς τη Ρώμη για την κατάληψη της εξουσίας στην Ιταλία από τον Μουσολίνι που διήρκεσε από τις 22 ως τις 28 Οκτωβρίου του 1922.
Τα κοινά χαρακτηριστικά του φασισμού με τις άλλες πολιτικές μορφές καταδεικνύουν ότι η αντιφασιστική πάλη παραμένει λειψή, όταν δε στοχεύει στην πάλη για την ανατροπή της καπιταλιστικής εξουσίας.