
Αυτή τη στιγμή μιλούν τα όπλα, όχι ο Μπετόβεν και ο Μπαχ». Κυνικός και απολύτως ευθύς ο Ευάγγελος Μυτιληναίος απέδωσε συνοπτικά, στο 4ο Οικονομικό Συνέδριο της «Ναυτεμπορικής» την προτεραιότητα των αστικών τάξεων της Ελλάδας, της ΕΕ και ευρύτερα των χωρών του «δυτικού κόσμου». Απέδωσε δε τη στροφή αυτή στην εκλογή Τραμπ και τη ρωσική επιθετικότητα, εξελίξεις που επιβάλλουν στα κράτη να στραφούν στην «σκληρή ισχύ» (hard power), από την ήπια (soft power), που προέβαλλαν μέχρι σήμερα. Στις αστικές αναλύσεις για τον επανεξοπλισμό της Ευρώπης φιγουράρει ως μπαμπούλας ο πόλεμος στην Ουκρανία για να πειστούν οι λαοί να πληρώσουν το νέο μάρμαρο των ιμπεριαλιστικών ανακατατάξεων.
Γιατί τώρα;
Η εκλογή του «νταή» Τραμπ, η ανάφλεξη στη Μ. Ανατολή, ο πόλεμος στην Ουκρανία δεν αποτελούν αιτίες όσων ζούμε και όσων θα ζήσουμε, αλλά αποτελέσματα των εξελίξεων πρώτα και κύρια στην οικονομία, χωρίς φυσικά να παραγνωρίζεται και η αντικειμενική δυναμική πολιτικών γεγονότων, όπως το μέτωπο της Ουκρανίας. Ο πόλεμος, πέρα από τη «συνέχιση της πολιτικής με άλλα μέσα», αποτελεί καθεαυτός ένα τεράστιο πεδίο καπιταλιστικών επενδύσεων και ανάπτυξης κατά το στάδιο της πολεμικής προπαρασκευής και στη συνέχεια το αποτελεσματικότερο μέσο καταστροφής συσσωρευμένου κεφαλαίου ώστε, μετά τη λήξη του, να ανοίξει ο χώρος για την καπιταλιστική ανάπτυξη. Τον ρόλο αυτό έρχεται να επιτελέσει ο πόλεμος και σήμερα. Η στροφή στην πολεμική οικονομία δεν οφείλεται στην άνοδο των αυταρχικών ηγετών που επιθυμούν να αναστήσουν αυτοκρατορίες, επιβουλευόμενοι τον ελεύθερο και δημοκρατικό δυτικό κόσμο, αλλά αποτελεί την επόμενη αναγκαία φάση στον οικονομικό ανταγωνισμό μεταξύ δυνάμεων που σε προηγούμενη φάση προχώρησαν σε αποβιομηχάνιση (ΗΠΑ – ΕΕ) και στις δυνάμεις που αναπτύχθηκαν αρκετά οικονομικά, πολιτικά, στρατιωτικά, ώστε να διεκδικούν μεγαλύτερο ρόλο στο ιμπεριαλιστικό σύστημα (Ρωσία), είτε ακόμα και την πρωτοκαθεδρία (Κίνα).
Η όξυνση του ανταγωνισμού στη βιομηχανία
Η κατάσταση στην οποία έχει περιέλθει η βιομηχανία της ΕΕ είναι ενδεικτική. Η βιομηχανία σήμερα συνεισφέρει το 16% του ΑΕΠ της ΕΕ (2,5 τρισ. δολάρια) από το 20% το 1995. Τις προηγούμενες δεκαετίες το χαμηλότερο εργατικό κόστος, η χαμηλή φορολογία, η έλλειψη άλλων νομοθετικών περιορισμών (περιβαλλοντικά, εργατικά δικαιώματα κ.ο.κ.), καθώς και η φθηνή και ταχεία εφοδιαστική αλυσίδα των αναδυόμενων οικονομιών (κυρίως της Κίνας) οδήγησαν τις ευρωπαϊκές οικονομίες να μεταφέρουν τμήματα της παραγωγής ή να εγκαταλείψουν τους κλάδους, τα προϊόντα των οποίων αγόραζαν φθηνά από εκείνες, συμπεριλαμβανομένων των πρώτων υλών.
Αυτό είχε ως αποτέλεσμα το εμπορικό έλλειμμα της ΕΕ με την Κίνα για το έτος 2024 να είναι στα 304,5 δισ. ευρώ, τάση που φυσικά και δεν προέκυψε ξαφνικά τα τελευταία χρόνια, αλλά ήταν αποτέλεσμα της προηγούμενης στρατηγικής επιλογής των Ευρωπαίων βιομηχάνων. Το εμπορικό έλλειμμα σε συνδυασμό με τους χαμηλούς ρυθμούς ανάπτυξης οδήγησαν την ΕΕ στην ανάγκη να υιοθετήσει, τα προηγούμενα χρόνια, από κοινού με τις ΗΠΑ, την «πράσινη ανάπτυξη» ως μορφή προστατευτισμού, ώστε να καταφέρει να ανταγωνιστεί τα κινεζικά προϊόντα, καθώς τα αστικά επιτελεία υπολόγιζαν ότι η βιομηχανία της Κίνας δεν θα κατάφερνε εγκαίρως να προσαρμοστεί.
Το αποτέλεσμα αυτής της κόντρας είναι λίγο έως πολύ γνωστό και σφραγίστηκε από την εγκατάλειψη της «πράσινης τρέλας» από τον πρόεδρο Τραμπ. Η ΕΕ ήταν και εδώ πιο χαμένη από την Αμερική, καθώς εξαρτάται από την Κίνα κατά 87% για τις σπάνιες γαίες (απαραίτητες στα προϊόντα υψηλής τεχνολογίας) και κατά 83% για τις μπαταρίες ηλεκτρικών οχημάτων, ενώ είδε να χάνει και το όποιο πλεονέκτημα είχε και στην άλλοτε κραταιά αυτοκινητοβιομηχανία της, αλλά και στις εξειδικευμένες μηχανές. Θα ήταν εύλογο να ειπωθεί ότι η ΕΕ έχασε το ανταγωνιστικό της πλεονέκτημα ήδη από την κρίση του 2008, οπότε και είχε σχεδόν το ίδιο ΑΕΠ με τις ΗΠΑ (14,2 τρισ. δολάρια), ενώ, σήμερα, 15 χρόνια μετά, στην ΕΕ υπάρχει στασιμότητα (15 τρισ. δολάρια) και στις ΗΠΑ σχεδόν διπλασιασμός (26,9 τρισ. δολάρια).
Παράλληλα, η ΕΕ εισάγει από την Κίνα σε ποσοστό άνω του 65% από τις 34 Κρίσιμες Πρώτες Ύλες (Critical Raw Materials – CRMs). Έτσι, η έκθεση αυτή προς την Κίνα, η οποία άλλοτε αποτελούσε φάρμακο για την ευρωπαϊκή οικονομία, χαρακτηρίζεται πλέον, από την Ευρωπαϊκή Στρατηγική για την Αμυντική Βιομηχανία (EU Defence Industrial Strategy), ως «συστημική ευπάθεια» (systemic vulnerability).
Στη διαμορφωμένη αυτή κατάσταση βλέπουμε την ΕΕ να επιλέγει και πάλι τον προστατευτισμό, αυτή τη φορά όχι στο όνομα της κλιματικής αλλαγής, όπως με την πράσινη ανάπτυξη, αλλά της απειλής της από τη ρωσική επιθετικότητα και την επίτευξη της «ευρωπαϊκής ασφάλειας». Όμως διαβάζοντας τα κείμενα στρατηγικής της ΕΕ, καθώς και τις αστικές αναλύσεις, ένα συμπέρασμα βγαίνει ξεκάθαρα: Ότι η «σπατάλη» στην πολεμική οικονομία θα βάλει φρένο στην αποβιομηχάνιση της Ευρώπης. Ο πόλεμος δηλαδή επιτελεί πέρα από τον πολιτικό και έναν κρίσιμο οικονομικό ρόλο, είναι μία κερδοφόρα μπίζνα, για να βγάλει το κάρο των καπιταλιστικών οικονομιών από τη λάσπη, ένα πεδίο από τη φύση του πιο εθνοκεντρικά συγκροτημένο, καθώς η αμυντική βιομηχανία είναι πιο προστατευμένη από τον ανταγωνισμό των «συστημικών αντιπάλων» για λόγους «εθνικής ασφάλειας».
Άλλωστε, τον ρόλο αυτό, τηρουμένων των αναλογιών, επιτέλεσε ο πόλεμος από τα πρώτα βήματα του καπιταλισμού, καθώς αποτελούσε καταλύτη ανάπτυξης της βιομηχανίας σιδήρου και μετάλλου, η οποία υστερούσε κατά τον ύστερο 17ο και πρώιμο 18ο αιώνα σε σχέση με την κλωστοϋφαντουργία. Τότε, «το σιδηροχυτήριο είχε ταυτιστεί με την κατασκευή των κανονιών». Στο σήμερα, οι ευρωπαϊκές κατευθύνσεις είναι ιδιαίτερα διαφωτιστικές για τη στόχευσή τους. Η στρατηγική για την αμυντική βιομηχανία προκρίνει την πριμοδότηση εταιρειών με έδρα την ΕΕ, ενώ το Critical Raw Materials Αct της Κομισιόν (Πράξη για τις κρίσιμες Πρώτες Ύλες) έχει ως βασικό στόχο την αύξηση της ικανότητας της ΕΕ να εξορύσσει, να επεξεργάζεται και να ανακυκλώνει κρίσιμες πρώτες ύλες, μειώνοντας παράλληλα τις εξαρτήσεις από τρίτες χώρες, θέτοντας το στόχο να μην υπερβαίνει η ευρωπαϊκή κατανάλωση το 65% «από μία μοναδική τρίτη χώρα», ανά χρόνο, όσον αφορά τις 34 κρίσιμες πρώτες ύλες.
Σε αυτό το πλαίσιο, ο πόλεμος της Ουκρανίας έπαιξε τον πρωταρχικό ρόλο να επιταχυνθεί μια ήδη υπαρκτή τάση, καθώς η ΕΕ δεν είχε τη δυνατότητα να ανταγωνιστεί πια την Κίνα σε κανένα άλλο τομέα. Ο πόλεμος αποτέλεσε πρώτης τάξεως ευκαιρία για restock (ανεφοδιασμό) των ευρωπαϊκών όπλων και αποτελεί σύμφωνα με ανάλυση της «Goldman Sachs» καταλύτη του κύκλου της καινοτομίας της πολεμικής βιομηχανίας για την υιοθέτηση, δοκιμή και ανάπτυξη ιδιαίτερα των τεχνολογιών «διττής χρήσης» – δηλαδή που μπορούν να υπηρετήσουν πολιτικούς και στρατιωτικούς σκοπούς, ιδίως αναφορικά με την Τεχνητή Νοημοσύνη και τα drones.
Τι γίνεται όμως όσον αφορά τον λαό; Μόνο χαμένος μπορεί να βγει εάν επιλέξει να ταυτίσει τα συμφέροντά του με αυτά του ελληνικού και ευρωπαϊκού κεφαλαίου. Ο λαός θα κληθεί να πληρώσει από την τσέπη του τα 800 δισ. του ReArm Europe, όσα μεταχρονολογημένα μνημόνια και να ετοιμάσουν με τις διάφορες ρήτρες διαφυγής από τους δημοσιονομικούς στόχους. Θα κληθεί να πληρώσει τους ανταγωνισμούς και με το αίμα του όταν έρθει η ώρα να «μιλήσουν τα όπλα» και επί του πεδίου.
Οι εξελίξεις φωτίζουν τον δρόμο για την έξοδο από το σύστημα της εκμετάλλευσης, της αδικίας και των πολέμων. Μόνη διέξοδος για τον λαό αποτελεί η πρόταση του ΚΚΕ, η απεμπλοκή από κάθε ιμπεριαλιστικό σχεδιασμό, η πάλη ενάντια στα μονοπώλια και τα συμφέροντά τους, η πάλη για τη σοσιαλιστική προοπτική που θα τερματίσει αυτό το σάπιο εκμεταλλευτικό σύστημα του καπιταλισμού, την αιτία που γεννά τον πόλεμο, τη φτώχεια και την ταξική εκμετάλλευση.
(Αναδημοσίευση από alt.gr)